PHYSICS TIME
  • ΑΡΧΙΚΗ
  • ΑΡΘΡΑ
  • ΑΡΧΕΙΟ
  • EDITORIAL
  • CALL FOR PAPERS
  • ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Αεροδιαστημικές Πτήσεις - Μέρος Α. Ο χώρος κοντά στη Γη.

27/8/2025

 
Picture
Του Δημήτρη Δημόπουλου
Φωτογραφία Εξώφυλλου: Η Γη σε υψόμετρο 2.000 km. (Πηγή: Paris Peace Forum 2025)
Το άρθρο είναι το πρώτο μίας σειράς 4 άρθρων με τίτλους: α) Ο χώρος κοντά στη Γη β) Εισαγωγή στη Μηχανική τροχιακών κινήσεων γ) Διαπλανητικές τροχιές δ) Πυραυλικά συστήματα. Ως πρώτο άρθρο αποτελεί μία βασική εισαγωγή που θα μας επιτρέψει στη συνέχεια να δούμε σε βάθος τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει ο σχεδιασμός διαστημικών αποστολών και τη τεχνολογία που έχουμε μέχρι σήμερα αναπτύξει, μαζί με τους περιορισμούς της.

Το ορατό Σύμπαν είναι ένας συγκλονιστικά μεγάλων διαστάσεων χώρος με ακτίνα πολλών δισεκατομμυρίων ετών φωτός. Με τη σημερινή τεχνολογία, ακόμα και η επίσκεψη σε γειτονικά αστρικά συστήματα φαντάζει εντελώς ακατόρθωτη. Μπορούμε λοιπόν με βεβαιότητα να πούμε ότι η εξερεύνηση του Σύμπαντος αφορά την ανθρωπότητα σε μερικούς αιώνες ή χιλιετίες από σήμερα κι αφού φυσικά έχει ξεπεράσει τις «παιδικές αρρώστιες» της (πόλεμοι, φτώχεια, περιβαλλοντική καταστροφή κ.α.) που δημιουργούν κινδύνους για την επιβίωση της ακόμα και στην ίδια τη Γη. Προσπαθώντας να οριοθετήσουμε την εξαιρετικά μικρή περιοχή του Σύμπαντος που μπορούμε να εξερευνήσουμε τώρα, εισάγουμε την έννοια του Διαστήματος ως ένα υποσύνολο του Σύμπαντος, κοντά στη Γη, όπου οι διαστημοσυσκευές μας μπορούν να διασχίσουν για να φτάσουν στους προορισμούς τους. Αν και δεν υπάρχει σαφές όριο για το που τελειώνει το Διάστημα, υπάρχει σίγουρα ορισμός για το πού ξεκινάει. Το Διάστημα λοιπόν ξεκινάει 100 km πάνω από την επιφάνεια της Γης, στην γραμμή Κάρμαν[1]. Σε αυτό το όριο, η ατμόσφαιρα είναι τόσο αραιή που ένα αεροπλάνο για να έχει αεροδυναμική άντωση θα έπρεπε να κινείται με ταχύτητα που θα το καθιστούσε δορυφόρο της Γης. Οτιδήποτε «πετάει» πάνω από την γραμμή Κάρμαν, κινείται δηλαδή με τόσο μεγάλες ταχύτητες που δε χρειάζεται καν φτερά για να κρατηθεί σε τροχιά γύρω από τη Γη. H NASA έχει το δικό της όριο των 80 km και θεωρεί αστροναύτες του πιλότους που το ξεπερνούν. Στην πράξη κανένα διαστημόπλοιο δεν μπορεί να κρατήσει σταθερή τροχιά κάτω από τα 120 km λόγω αεροδυναμικής αντίστασης από την ελάχιστη ατμόσφαιρα που υπάρχει ακόμη. Οι χαμηλότερες τροχιές που μπορούν να διατηρηθούν, έστω και προσωρινά, είναι στα 160 – 180 km.


[1] Ο Theodore von Kármán (Τεόντορ φον Κάρμαν, 1881–1963) ήταν ένας Ούγγρος-Αμερικανός Μηχανικός και Φυσικός, ευρέως αναγνωρισμένος ως ένας από τους θεμελιωτές της αεροδυναμικής και της αεροδιαστημικής μηχανικής.
Ο χώρος κοντά στη Γη
Picture
Πίνακας 2-1. Μεταβολή πίεσης και θερμοκρασίας στη γήινη ατμόσφαιρα (Πηγή: Oxford University).
Η επιφάνεια της Γης είναι ένας φιλόξενος τόπος για την ανάπτυξη και τη διατήρηση της ζωής με μέση θερμοκρασία 15οC (288Κ). Η αργή αλλαγή της θερμοκρασίας μεταξύ μέρας και νύχτας οφείλεται στην θερμοχωρητικότητα της γήινης ατμόσφαιρας η οποία μέχρι τα 15km αποτελείται από 78% άζωτο (Ν2), 21% οξυγόνο (Ο2), 1% αργό (Ar) και ίχνη άλλων στοιχείων ή ενώσεων. Είναι σημαντικό να γνωρίζουμε ότι το διοξείδιο του άνθρακα (CO2) περιέχεται στην ατμόσφαιρα σε ποσοστό μόλις 0,04%[2]. Καθώς απομακρυνόμαστε από την επιφάνεια της θάλασσας, συναντάμε διαδοχικά την τροπόσφαιρα, την στρατόσφαιρα, τη μεσόσφαιρα και τη θερμόσφαιρα. Η τροπόσφαιρα είναι το τμήμα της ατμόσφαιρας στο οποίο ζουν όλοι ζωντανοί οργανισμοί και δημιουργούνται τα περισσότερα μετεωρολογικά φαινόμενα. Σταματάει στα 10-15km και σε εκείνο το ύψος η θερμοκρασία έχει ήδη πέσει στους -55οC. Μεταξύ 40–50km η θερμοκρασία αυξάνεται εξαιτίας της παραγωγής όζοντος (Ο3). Στη θερμόσφαιρα η θερμοκρασία πάλι αυξάνεται εξαιτίας του ιονισμού του ατομικού οξυγόνου και αζώτου. Στα 100km, όπως προαναφέραμε, το Διεθνές Συμβούλιο Αεροναυτικών Επιστημών (ICAS) θεωρεί ότι ξεκινά το Διάστημα. Η πυκνότητα της ατμόσφαιρας δεν έχει αυξομειώσεις όπως η θερμοκρασία. Κάθε φορά που το υψόμετρο αυξάνεται κατά 5,5km, η πίεση πέφτει στο μισό από την προηγούμενη τιμή της. Κάνοντας τις πράξεις, βρίσκουμε ότι στα 33km, η πυκνότητα της ατμόσφαιρας είναι το 1,5% της πυκνότητας στην επιφάνεια της θάλασσας. Στα 55km είναι μόλις το 0,1%. Εντούτοις μην ξεγελαστείτε ότι αραιή ατμόσφαιρα σημαίνει μηδενική τριβή γιατί τα αντικείμενα που εισέρχονται στην αραιή ατμόσφαιρα, κινούνται με ταχύτητες πολλών χιλιομέτρων το δευτερόλεπτο.


[2] Το χαμηλό ποσοστό CO2 καθιστά τη μεταβολή της συγκέντρωσης του δυνατή από τις βιομηχανικές και ανθρωπογενείς εκπομπές των τελευταίων δεκαετιών.
​Η χαμηλή γήινη τροχιά (LEO) είναι το χαμηλότερο υψόμετρο που κινούνται με ασφάλεια οι δορυφόροι, περίπου στα 300 km. Παρόλο που σε αυτό το υψόμετρο είμαστε στο Διάστημα, η ατμόσφαιρα υπάρχει ακόμα και προκαλεί μία ελάχιστη τριβή που επιδρά σε βάθος ημερών ή μηνών στις τροχιές των δορυφόρων. Η ελάχιστη αυτή πέδηση μπορεί να μετρηθεί και από τους αστροναύτες των διεθνών διαστημικών σταθμών οι οποίοι βιώνουν μία μικροβαρύτητα, ίση με το 1/1.000.000 της επιτάχυνσης g. Ένα αντικείμενο σε χαμηλή τροχιά λοιπόν έχει ελαφρά διαφορετική τροχιά από ότι ένα αντικείμενο που δε δέχεται βαρυτική δύναμη. Άλλοι παράγοντες που δημιουργούν μικροβαρύτητα είναι η πίεση του ηλιακού ανέμου και οι παλιρροϊκές δυνάμεις από τη Γη. Οι αστροναύτες λοιπόν δεν ζουν σε συνθήκες μηδενικού  (zero ) αλλά σε συνθήκες σχεδόν μηδενικού .
Ηλιακός άνεμος και ζώνες Van Allen

Ο Ήλιος είναι ένα άστρο που επηρεάζει το Διάστημα γύρω του με τη διαρκή βαρυτική του έλξη, την ακτινοβολία του αλλά και μία συνεχή ροή φορτισμένων σωματιδίων που ονομάζουμε ηλιακό άνεμο. Ο ηλιακός άνεμος αυξομειώνεται εξαιτίας φαινομένων στη φωτόσφαιρα του Ήλιου τα οποία με τη σειρά τους ακολουθούν έναν ενδεκαετή κύκλο εμφάνισης. Κάθε 11 χρόνια περίπου, ο Ήλιος γίνεται πιο δραστήριος, αναπτύσσει εκρηκτικά φαινόμενα στην επιφάνεια του και εκτοξεύει διάπυρο αέριο προς τους πλανήτες γύρω του. Όταν ο ηλιακός άνεμος φτάνει τη Γη, είναι πολύ αραιός αλλά προκαλεί σημαντικά φαινόμενα στην περιοχή γύρω από τη Γη που κυριαρχεί το γήινο μαγνητικό πεδίο. Τα φορτισμένα σωματίδια συμπιέζουν το μαγνητικό πεδίο και μερικές φορές καταφέρνουν να καταλήξουν στην ατμόσφαιρα όπου προκαλούν το βόρειο και νότιο σέλας. Σε κάθε περίπτωση πάντως, η διαρκής αλληλεπίδραση φορτισμένων σωματιδίων με το γήινο μαγνητικό πεδίο δημιουργεί δύο τοροειδείς περιοχές γύρω από τη Γη (σαν γιγάντια ντόνατ) όπου μερικά από αυτά τα σωματίδια (κυρίως πρωτόνια και ηλεκτρόνια) παγιδεύονται και η συγκέντρωση τους αυξάνεται. Οι ζώνες αυτές ονομάζονται ζώνες ακτινοβολίας Van Allen[3]. Η εσωτερική ζώνη, πιο κοντά στη Γη (περίπου 1.000–12.000 km), είναι πλούσια σε πρωτόνια υψηλής ενέργειας, ενώ η εξωτερική (περίπου 13.000–60.000 km) είναι πλούσια σε ηλεκτρόνια. Αυτές οι ζώνες αποτελούν πρόκληση για τα διαστημικά οχήματα και τα ηλεκτρονικά τους συστήματα, καθώς η παρατεταμένη έκθεση μπορεί να προκαλέσει βλάβες ή δυσλειτουργίες (π.χ. single-event upsets, υλικές ζημιές σε ημιαγωγούς). Στον σχεδιασμό διαστημικών αποστολών, οι μηχανικοί λαμβάνουν υπόψη τη διαδρομή μέσα από τις ζώνες Van Allen για να περιορίσουν την έκθεση σε ακτινοβολία. Τα επανδρωμένα διαστημόπλοια, όπως αυτά του προγράμματος Apollo, διέσχισαν τις ζώνες με μεγάλη ταχύτητα για να μειώσουν τη συνολική δόση στους αστροναύτες. Για τους δορυφόρους που βρίσκονται σε γεωστατικές ή μέσες τροχιές, απαιτούνται ειδικά σχεδιασμένα συστήματα θωράκισης και ανθεκτικών ηλεκτρονικών.


[3] Οι ζώνες Van Allen πήραν το όνομά τους από τον Αμερικανό φυσικό James Van Allen (1914–2006), ο οποίος ανακάλυψε αυτές τις ζώνες ακτινοβολίας γύρω από τη Γη το 1958 με τα πρώτα δορυφορικά δεδομένα από το Explorer 1.
Picture
Εικόνα 2-2. Οι δύο ζώνες Βαν Άλεν και η νότιο-ατλαντική ιδιομορφία (Πηγή: Civilsdaily)
​
​Το γήινο μαγνητικό πεδίο δημιουργείται από ροές σιδήρου στον μανδύα της Γης οι οποίες εκδηλώνονται με κατά τόπους ακανόνιστο τρόπο, τέτοιο ώστε το τελικό σχήμα της μαγνητόσφαιρας να μην είναι ούτε συμμετρικό, ούτε ισοδύναμο. Μία περιοχή στον νότιο ατλαντικό ωκεανό και την Αργεντινή χαρακτηρίζεται από αδύναμο μαγνητικό πεδίο σε τέτοιο βαθμό που η εσωτερική ζώνη Van Allen πλησιάζει τη Γη σε απόσταση μόλις 200 km, εντός της περιοχής πτήσης των δορυφόρων χαμηλής τροχιάς. Αυτή η περιοχή ονομάζεται νότιο-ατλαντική ιδιομορφία (south Atlantic anomaly). Η ύπαρξη αυτής της ιδιομορφίας προκαλεί έντονα προβλήματα σε δορυφόρους, επιστημονικά όργανα και επανδρωμένες αποστολές που περνούν από την περιοχή. Οι δορυφόροι αναγκάζονται είτε να απενεργοποιούν ευαίσθητα ηλεκτρονικά συστήματα όταν διασχίζουν την ιδιομορφία είτε να έχουν επιπλέον θωράκιση για να προστατευτούν από τις ηλεκτρομαγνητικές διαταραχές και τα φορτισμένα σωματίδια. Ακόμα και ο Διεθνής Διαστημικός Σταθμός (ISS), που πετά σε χαμηλή τροχιά 400 km, επηρεάζεται από αυτή την ιδιομορφία και όταν βρίσκεται στα όρια της οι αστροναύτες αποφεύγουν δραστηριότητες σε συγκεκριμένες περιοχές του σταθμού λόγω της αυξημένης ακτινοβολίας.
Υποβάθμιση Τροχιάς

​Η απώλεια κινητικής ενέργειας κατά την κίνηση ενός δορυφόρου χαμηλής τροχιάς οφείλεται κυρίως στη μικρή αλλά όχι αμελητέα τριβή από την ανώτερη ατμόσφαιρα της Γης (στα ελληνικά χρησιμοποιείται ο καταπληκτικός όρος "οπισθέλκουσα" - στα αγγλικά "drag"). Σημαντικό ρόλο σε αυτό το φαινόμενο διαδραματίζει και ο Ήλιος καθώς σε περιόδους έντονης δραστηριότητας του (ηλιακό μέγιστο) ο ηλιακός άνεμος θερμαίνει την ατμόσφαιρα προκαλώντας τη διαστολή της και την αύξηση της τριβής που προκαλεί στη χαμηλή τροχιά. Η μείωση της ταχύτητας προκαλεί πτώση του δορυφόρου σε χαμηλότερη τροχιά που θα συναντήσει ακόμα μεγαλύτερη τριβή έτσι το φαινόμενο οδηγεί επιταχυνόμενα στην ανεξέλεγκτη είσοδο του δορυφόρου στην ατμόσφαιρα της Γης όπου και κατακαίγεται. Η επιβράδυνση του δορυφόρου καθώς κινείται μέσα στην αραιή ατμόσφαιρα δίνεται από την ακόλουθη εξίσωση:

Picture
​
Όπου ρ είναι η πυκνότητα της ατμόσφαιρας (kg/m3), V η ταχύτητα του δορυφόρου. O συντελεστής  (kgr/m2) ονομάζεται βαλλιστικός συντελεστής (ballistic coefficient) και είναι αντιστρόφως ανάλογος της επιβράδυνσης. Αυτός ο συντελεστής θέλουμε να είναι όσο το δυνατόν μεγαλύτερος ώστε ο δορυφόρος να δέχεται όσο το δυνατόν μικρότερη τριβή κατά την κίνηση του. Σώματα με μικρή επιφάνεια, αεροδυναμικό σχήμα και μεγάλη μάζα έχουν μεγάλο βαλλιστικό συντελεστή. Ενώ ελαφριά και ογκώδη αντικείμενα έχουν μικρό συντελεστή και δέχονται μεγάλη τριβή. O ISS έχει πολύ μεγάλη μάζα αλλά το σχήμα του δεν είναι καθόλου αεροδυναμικό. Ο  του είναι περίπου 50 kgr/m2. Με υψόμετρο στα 400 km, μπορούμε να δούμε στον Πίνακα 2-2 ότι θα έπεφτε στην ατμόσφαιρα και θα καιγόταν μετά από περίπου 2 μήνες σε περίοδο έντονης ηλιακής δραστηριότητας ή μετά από 13 μήνες σε συνθήκες ήρεμου Ήλιου. Αν απορείτε πώς ο ISS πετάει 20 χρόνια μετά την κατασκευή του, θα πρέπει να επισημάνουμε ότι για να αντισταθμιστεί η απώλεια ταχύτητας και ύψους, οι δορυφόροι πυροδοτούν σε τακτά χρονικά διαστήματα τις μηχανές τους και διορθώνουν τις απώλειες. Απαραίτητη συνθήκη λοιπόν για την επιβίωση του ISS είναι η διαρκής τροφοδότηση του με καύσιμα τα οποία καταφτάνουν με τις αποστολές Dragon.
Picture
Πίνακας 2-2. Διάγραμμα του χρόνου ζωής ενός δορυφόρου σε συνάρτηση με το υψόμετρο του και τον βαλλιστικό συντελεστή του (J. R. Wertz & W. J. Larson, 1992).
Διαστημικά συντρίμμια

Τα διαστημικά συντρίμμια (space debris) είναι τεχνητά αντικείμενα που βρίσκονται σε τροχιά γύρω από τη Γη και δεν έχουν πλέον λειτουργικό ρόλο. Αυτά περιλαμβάνουν παροπλισμένους δορυφόρους, ανώτερα στάδια πυραύλων, θραύσματα από συγκρούσεις ή εκρήξεις, αποκολλημένα κομμάτια μόνωσης, ακόμα και μικροσκοπικά κομμάτια βαφής ή μεταλλικών θραυσμάτων. Αν και μικρά συνήθως σε μέγεθος, αυτά τα αντικείμενα κινούνται με τεράστιες ταχύτητες (συχνά πάνω από 7 km/s) και μπορούν να προκαλέσουν καταστροφικές βλάβες σε δορυφόρους ή διαστημικούς σταθμούς. Τα συντρίμμια δημιουργούνται κυρίως από συγκρούσεις μεταξύ δορυφόρων ή δορυφόρων και συντριμμιών (μία σύγκρουση προκαλεί μία χιονοστιβάδα θραυσμάτων που στη συνέχεια χτυπούν νέους στόχους κ.ο.κ), εκρήξεις δεξαμενών καυσίμου ή συστημάτων ενέργειας που δεν αποσυμπιέστηκαν σωστά μετά το τέλος της αποστολής, αποκόλληση εξαρτημάτων ή υλικών κατά την εκτόξευση ή τη λειτουργία, και τέλος από δοκιμές αντιδορυφορικών όπλων (ASAT), οι οποίες παράγουν τεράστιες ποσότητες θραυσμάτων. Τα συντρίμμια δεν είναι ομοιόμορφα κατανεμημένα στο Διάστημα. Συγκεντρώνονται κυρίως στη ζώνη χαμηλών τροχιών (300 – 2000 km) και στη γεωσύγχρονη τροχιά (35.000 km). Ορισμένες μάλιστα τροχιές, έχοντας μεγάλο αριθμό συντριμμιών, χαρακτηρίστηκαν ως τροχιές απόσυρσης (graveyard orbits) και σε αυτές προωθούνται δορυφόροι που πρόκειται να αποσυρθούν από την ενεργό λειτουργία αλλά δεν έχουν αρκετά καύσιμα ώστε να οδηγηθούν μέσα στην ατμόσφαιρα για την πλήρη καταστροφή τους. Άλλες τροχιές θεωρούνται απλά απαγορευμένες καθώς ο κίνδυνος σύγκρουσης με κάποιο θραύσμα είναι πολύ μεγάλη. Τα διαστημικά συντρίμμια σε χαμηλή τροχιά θα οδηγηθούν πίσω στην ατμόσφαιρα σε μερικούς μήνες ή χρόνια όπως είδαμε στον πίνακα 2-2. Σε υψηλότερες όμως τροχιές, όπως οι γεωσύγχρονες, τα θραύσματα αυτά θα περιφέρονται για χιλιάδες χρόνια. Η συνεχής αύξηση των συντριμμιών καθιστά το ζήτημα της διαχείρισής τους θεμελιώδες για το μέλλον της διαστημικής τεχνολογίας. Οι διεθνείς οργανισμοί, όπως η ESA, η NASA και το UNOOSA, εργάζονται για την ανάπτυξη στρατηγικών μείωσης του κινδύνου, καθαρής απομάκρυνσης (active debris removal) και διεθνούς συντονισμού. Αυτή τη στιγμή 20.000 θραύσματα με μέγεθος 10 cm ή μεγαλύτερο, έχουν χαρτογραφηθεί στην LEO και παρακολουθούνται. Αν η τροχιά τους τέμνει αυτή του ISS, τότε πραγματοποιούνται διορθωτικές μανούβρες έτσι ώστε ο Σταθμός να αποφύγει τη σύγκρουση μαζί τους.
Picture
Πίνακας 2-3. Η ετήσια πιθανότητα σύγκρουσης με κάποιο διαστημικό θραύσμα. Παρατηρούμε ότι ο ISS έχει πιθανότητα 100% να συγκρουστεί με τουλάχιστον ένα θραύσμα μερικών χιλιοστών, κάθε έτος.
​
Απειλή από αστεροειδείς

​Πριν 65 εκατομμύρια χρόνια, ένας αστεροειδής στο μέγεθος του όρους Έβερεστ, κατέπεσε στην σημερινή χερσόνησο του Γιουκατάν, στο Μεξικό προκαλώντας μία έκρηξη ισοδύναμη με 10 δισεκατομμύρια σύγχρονες ατομικές βόμβες. Ο κρατήρας που δημιουργήθηκε είχε διάμετρο 200 km, το τσουνάμι που προκάλεσε ξεπέρασε τα 300 m ύψος και η σκόνη από την έκρηξη προκάλεσε κλιματική κατάρρευση της Γης με αποτέλεσμα να εξοντωθεί το 75% των ζωντανών οργανισμών πάνω της. Η σύγκρουση ενός μεγάλου αστεροειδή με τη Γη δεν είναι θέμα πιθανοτήτων αλλά θέμα χρόνου. Είμαστε βέβαιοι ότι θα γίνει στο μέλλον όπως έχει γίνει αρκετές φορές στο παρελθόν. Αν και οι αστεροειδείς με μεγάλη διάμετρο είναι εύκολα ανιχνεύσιμοι, ειδικά όσο πλησιάζουν τις τροχιές των δορυφόρων, αυτοί με μικρές διαστάσεις από μερικά χιλιοστά ως και κάποια μέτρα, είναι αδύνατον να εντοπιστούν παρά μόνο αφού έχουν συγκρουστεί με κάποια διαστημοσυσκευή ή έχουν εισέλθει στην ατμόσφαιρα της Γης. Σύγχρονα πειράματα έχουν δείξει ότι κάθε χρόνο, συμβαίνουν εκατοντάδες προσκρούσεις μικρομετεωριτών (κόκκοι άμμου διαμέτρου ορισμένων δέκατων του χιλιοστού) πάνω στις επιφάνειες των δορυφόρων. Η διαρκής αυτή καταπόνηση αποτυπώνεται στη θωράκιση όσων δορυφόρων τελικά επιστρέφουν στη Γη, ως κρατήρες και βαθουλώματα. Το τηλεσκόπιο James Webb χτυπήθηκε από έναν μικρομετεωρίτη μόλις λίγους μήνες μετά την εκτόξευση του το 2022 και το σημάδι που άφησε σε έναν από τους καθρέφτες του, έγινε αντιληπτό κατευθείαν από τους μηχανικούς της NASA. Τα συστήματα επισκόπησης μετεωριτών (Near-Earth Object Survey Systems) αποτελούν πλέον κρίσιμο στοιχείο της πλανητικής άμυνας, καθώς στοχεύουν στον έγκαιρο εντοπισμό αστεροειδών και κομητών που διασταυρώνονται με την τροχιά της Γης. Χρησιμοποιούν επίγεια και διαστημικά τηλεσκόπια για τη χαρτογράφηση της θέσης, ταχύτητας και πιθανού κινδύνου πρόσκρουσης αυτών των σωμάτων. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα εφαρμογής τέτοιων συστημάτων ήταν η αποστολή DART της NASA (2022), η οποία πέτυχε εσκεμμένη πρόσκρουση στον Dimorphos, σε έναν αστεροειδή μέλος ενός διπλού συστήματος αστεροειδών. Σκοπός δεν ήταν η καταστροφή του μετεωρίτη, αυτό άλλωστε θα ήταν κάτι εξαιρετικά δύσκολο εξαιτίας της τεράστιας μάζας του. Η πρόσκρουση μεταβάλει τη ταχύτητα του μετεωρίτη κι επακόλουθα αλλάζει τη τροχιά του. Η αποστολή έδειξε ότι η τροχιά ενός μετεωρίτη μπορεί να αλλαχθεί με ανθρώπινη παρέμβαση, ανοίγοντας τον δρόμο για μελλοντικές αποστολές πλανητικής προστασίας.

Comments are closed.

    Κατηγορίες

    All
    Αστροφυσική
    Διαστημική Φυσική
    Εφαρμοσμένη Φυσική
    Ηλεκτρονική
    Θέματα Έρευνας και Εκπαίδευσης
    Θέματα Έρευνας και Εκπαίδευσης
    Ιστορία
    Κλιματική αλλαγή
    Περιβάλλον
    Πυρηνική Φυσική
    Σχετικότητα
    Τηλεπικοινωνίες
    Ψευδοεπιστήμη

    RSS Feed

  • ΑΡΧΙΚΗ
  • ΑΡΘΡΑ
  • ΑΡΧΕΙΟ
  • EDITORIAL
  • CALL FOR PAPERS
  • ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ